Τάκης Σπυριδάκης: «Ο καρκίνος, δεν είναι τιμωρία. Ήταν ένα χαστούκι για να δω κάποια πράγματα λίγο διαφορετικά» – Major

Τάκης Σπυριδάκης: «Ο καρκίνος, δεν είναι τιμωρία. Ήταν ένα χαστούκι για να δω κάποια πράγματα λίγο διαφορετικά»

Τάκης Σπυριδάκης: «Ο καρκίνος, δεν είναι τιμωρία. Ήταν ένα χαστούκι για να δω κάποια πράγματα λίγο διαφορετικά»

Ένα μεσημέρι πριν λίγες μέρες σε ένα πολύ ζεστό διαμέρισμα στη Νέα Σμύρνη, πολύ κοντά από το γήπεδο του Πανιωνίου, είχα τη χαρά να με υποδεχτεί ο γνωστός ηθοποιός, σκηνοθέτης και καλός φίλος Τάκης Σπυριδάκης. Η συνάντησή μας έγινε ελάχιστα εικοσιτετράωρα πριν την μεγάλη του επιστροφή στην παράσταση Άγριος Σπόρος στο θέατρο «Επί Κολωνώ». Μια καλλιτεχνική επιστροφή που έρχεται ύστερα από τη σημαντικότερη επιστροφή που μπορεί να κερδίσει ένας άνθρωπος. Αυτή της ζωής. Με το σήμα κατατεθέν του, το χιούμορ του, ο Τάκης Σπυριδάκης μας μίλησε ανοικτά για το πρόβλημα υγείας του, το νοσηλευτικό σύστημα της χώρας και την αλλαγή που πραγματοποιήθηκε μέσα του. Επειδή όλες οι συζητήσεις με τον Τάκη Σπυριδάκη είναι απολαυστικές, στη συνέντευξη μας μίλησε ακόμα για τη σχέση του με τον Θεό, τον κινηματογράφο, τη «σύνδεσή» του με τον Βαν Γκογκ, για το τι ήταν εκείνο που τον εμπόδιζε στο να γίνει ναυπηγός, καθώς και για τους μεγάλους του περιπάτους, νυχτερινούς και πρωινούς στους δρόμους της Αθήνας.

Να γυρίσουμε τον χρόνο πίσω;
Όσο θέλεις.

Πριν από οκτώ περίπου μήνες ήρθες αντιμέτωπος με ένα εξαιρετικά σοβαρό πρόβλημα υγείας. Λένε πως ο ηθοποιός δεν πρέπει να επηρεάζεται την ώρα που παίζει από άλλα γεγονότα, επειδή το δικό σου πρόβλημα δεν ήταν απλό, θέλω να μου πεις πώς ήσουν μέσα σου στην τελευταία παράσταση που έδωσες πέρυσι;
Από την στιγμή που ήρθα αντιμέτωπος με το πολύ σοβαρό αυτό πρόβλημα υγείας, όπως μπορεί να έρθει ο οποιοσδήποτε χωρίς να το περιμένει, το αντιμετώπισα με έναν αρκετά στωικό τρόπο και δεν σταμάτησα να παίζω ούτε για μια στιγμή.  Έδωσα 25 παραστάσεις, μέχρι τη στιγμή που μου το απαγόρευσαν με ξεκάθαρο τρόπο οι γιατροί. Τότε πρακτικά έπρεπε να λάβω τις αποφάσεις μου. Εκείνες οι 25 παραστάσεις υπήρξαν πολύ οδυνηρές για εμένα, καθώς δεν μπορούσα να αποδώσω στο βαθμό που έπρεπε. Κοιτάζοντας όμως σήμερα πίσω μου, μπορώ να σου πω με βεβαιότητα πως εκείνες οι παραστάσεις υπήρξαν οι καλύτερες της ζωής μου. Σημαντικό ρόλο σε αυτό έπαιξαν και οι συνάδελφοί μου, που συναισθάνθηκαν την κατάσταση στην οποία βρισκόμουν και τους ευχαριστώ πολύ για αυτό. Κατά έναν επίσης μαγικό τρόπο και η επαφή με το κοινό απέκτησε μια μαγική διάσταση. Ουσιαστικά οι θεατές μου έδωσαν δύναμη να αντιμετωπίσω την περιπέτεια που μου έλαχε με τους καλύτερους όρους. Όταν μιλάω για όρους δεν εννοώ τίποτα λιγότερο από την επιστροφή. Διαρκώς είχα στο μυαλό μου την σκέψη πως ό,τι και αν γίνει εγώ θα επιστρέψω.  Και τελικά επέστρεψα!

Όρθιος λοιπόν την Παρασκευή με άλλον αέρα επιστρέψεις στη σκηνή για τρίτη συνεχομένη χρονιά με τον «Άγριο Σπόρο». Πώς νιώθεις που υγιής πλέον θα μπεις στο καμαρίνι σου και ύστερα από λίγο επί σκηνής θα συναντήσεις το κοινό;
Υπέροχα και νομίζω πως αυτό μου δίνει ζωή. Παρά την αντίθετη γνώμη των γιατρών πως επιστρέφω νωρίς, καθώς εκείνοι επέμεναν πως θα έπρεπε αυτό να γίνει από τον Ιανουάριο και μετά, εγώ πάλι από τη δική μου οπτική νομίζω πως γυρίζω αργά… Ήδη η ανταπόκριση του κόσμου είναι συγκινητική. Τηλεφωνούν στο θέατρο και ρωτούν: «αν παίζει ο Σπυριδάκης».

Πέραν της προσδοκίας ή τους πείσματός σου να επιστρέψεις στο θέατρο, υπήρξε κάτι άλλο που κατά τη διάρκεια της σκληρής περιπέτειας της υγείας σου σε κράτησε όρθιο;
Ναι, το γεγονός πως άγνωστοι σε εμένα άνθρωποι, μέχρι εκείνη τη στιγμή, ήταν δίπλα μου διαρκώς. Ήταν ένας λόγος για τον οποίον τα πράγματα κύλησαν για μένα γρηγορότερα προς το καλό. Αυτό που πραγματικά είναι εξαιρετικά δύσκολο από μεριάς μου, είναι πως με το να εκφράσω ένα απλό «ευχαριστώ» απέναντι σε όλους αυτούς τους ανθρώπους δεν αρκεί .

Έχεις την ανάγκη να πεις ονομαστικά σε κάποιους ανθρώπους έστω αυτό το «ευχαριστώ»;
Σε έναν χώρο τόσο δύσκολος όπως είναι ο δικός μας δεν βρέθηκε ούτε μισός συνάδελφος που να μην είναι δίπλα μου. Η συμβολή ανθρώπων με τους οποίους δεν είχα δουλέψει ποτέ μαζί υπήρξε τεράστια. Μια τέτοια περίπτωση ανθρώπου που μου στάθηκε αφάνταστα ήταν ο Σπύρος Παπαδόπουλος.  Ο Νίκος Καλογερόπουλος ήταν και αυτός διαρκώς δίπλα μου, αλλά και πάρα πολλοί συνάδελφοι. Από ένα σημείο και μετά σάστισαν και οι γιατροί με την απόβαση των φίλων στο νοσοκομείο. Πολύ ευγενικά με μου είπαν «αν γίνεται να έρχονται λιγότεροι φίλοι σου και να ανησυχούν λιγότερο για εσένα». Πέραν των συναδέλφων, είχα διαρκώς στο πλευρό μου και τους παιδικούς μου φίλους. Τον Άρη, τον Πωλ και τον Δημήτρη. Πόσα ευχαριστώ να πω και στην πρώην σύζυγό μου τη Σάντρα.  Είναι πολύ δύσκολο να έχεις ζήσει με έναν άνθρωπο 20 χρόνια, να έχεις δυο παιδιά, να έχεις χωρίσει μαζί του 6 χρόνια και με το που μαθαίνει πως κάτι δεν πάει καλά, να στέκεται κυριολεκτικά δίπλα σου σε μια καρέκλα νοσοκομείου επί 50 μερόνυχτα.

Εσωτερικά η περιπέτεια σου αυτή τι σου άφησε;
Άμεσα αντιλήφθηκα πως ο καρκίνος, δεν είναι τιμωρία. Είναι ίσως ένα χαστούκι για να δω κάποια πράγματα λίγο διαφορετικά. Δεν λέω πως μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν εκτιμούσα αυτά τα πράγματα.  Απλά δεν τους έδινα το βάρος που τους άρμοζε.  Φυσικά και άλλαξε η ζωή μου. Αλλά με πολύ καλύτερους όρους. Ούτε ως καλλιτέχνης, ούτε ως άνθρωπος είμαι ο ίδιος. Θα δανειστώ μια φάση του Σπύρου Παπαδόπουλου: «ας κάνει ο καρκίνος τη δουλειά του και εγώ θα κάνω τη δική μου».

Ένα διαρκές και μεγάλο θέμα συζήτησης είναι το δημόσιο σύστημα υγείας. Εσύ που το έζησες από μέσα και για μεγάλο μάλιστα διάστημα, πώς το κρίνεις;
Ευτυχώς που υπάρχει ακόμα. Θέλω να βγάλω το καπέλο στους εργαζόμενους σε αυτό. Οι άνθρωποι εργάζονται κάτω από εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες. Αναμφίβολα μπορεί να χωλαίνει, αλλά ένας άνθρωπος με σοβαρά προβλήματα υγείας και χωρίς χρήματα, χάρη σε αυτό δεν θα καταλήξει στα σκουπίδια. Με την ευκαιρία που μου δίνεις θέλω να πω ακόμα ένα μεγάλο ευχαριστώ στο χειρουργό Δημήτρη Θεοδώρου και στους νοσηλευτές. Όχι γιατί μπορεί να είχαν δει τον Σπυριδάκη σε μια ταινία ή στο θέατρο και να είπαν από μέσα τους: «γνωστός είναι ας τον προσέξουμε παραπάνω». Προσέφεραν ακριβώς τα ίδια σε όλους τους ασθενείς.

Να κλείσουμε το κεφάλαιο «νοσηλεία» λίγο διαφορετικά. Επειδή ξέρω πως είσαι πολύ ανοικτός άνθρωπος, καινούργιες παρέες έκανες μέσα στο νοσοκομείο;
Εννοείται!  Ανταλλάξαμε μάλιστα και τηλέφωνα.  Το κωμικοτραγικό ήταν πως ενώ ήμουν σε μια κατάσταση που δεν γνώριζα αν θα βγω ζωντανός, μου έλεγαν «άντε έλα να βγάλουμε καμία φωτογραφία».  Φωτογραφίες στις οποίες ήμουν με καμιά 15αριά σωληνάκια (γέλια).

Γεννήθηκες στην Αίγινα και φτάνεις μικρός στον Πειραιά στον οποίον και μεγαλώνεις. Σωστά;
Ναι. Ήρθα στον Πειραιά στην 1η Γυμνασίου. Μεγάλωσα με τη γιαγιά μου, μια γυναίκα που έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη ζωή μου, αλλά δυστυχώς την έχασα νωρίς. Πήγαινα σε νυχτερινό γυμνάσιο επειδή παράλληλα εργαζόμουν, με μια οικογένεια που αν και υπήρξε υπέροχη  δεν μπορούσε να με υποστηρίξει σε αυτά που εγώ ήθελα εκείνη την εποχή, ίσως επειδή και εγώ δεν είχα ξεκαθαρίσει στο μυαλό μου τι ήθελα. Στο γυμνάσιο πήγαινα μόνο όταν έβρεχε ή όταν δεν είχα χρήματα. Με θολές εικόνες στο μυαλό μου προσπαθούσα  να αποφασίσω τι θέλω να κάνω. Για έναν από τους λόγους για τους οποίους τους εκτιμώ τους γονείς μου, είναι πως δεν με εμπόδισαν σε αυτό που αποφάσισα να κάνω.

Ύστερα από τόσα χρόνια κατάλαβες γιατί έγινες ηθοποιός;
Μέχρι σήμερα δεν έχω βρει κάποια λογική εξήγησή. Όσοι  λένε «πως γεννήθηκαν για να υπηρετήσουν την τέχνη του ηθοποιού» προσωπικά δεν τους πιστεύω. Εγώ το βρήκα στο δρόμο και μετά από πολύ κόπο κατάλαβα πως τελικά αυτό ήταν που με ενθουσίαζε. Βέβαια η αρχική μου σκέψη ήταν να γίνω σκηνοθέτης. Αφού έκανα μια έρευνα για το πώς θα μπορούσα να το κάνω πράξη και κατάλαβα πως δεν με ευχαριστούσε, είπα πως θα γίνω πρώτα ηθοποιός για να πάρω όλα τα εφόδια και μετά θα γίνω και σκηνοθέτης. Πήγα έδωσα σε διάφορες δραματικές σχολές, στις περισσότερες από τις οποίες πέρασα. Τελικά πήγα στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου. Μετά τα πράγματα κύλησαν μόνα τους.

Τα περισσότερα τα έμαθες στις δραματική σχολή ή πάνω στη δουλειά;
Οι δραματικές σχολές εκείνη την περίοδο μισούσαν κάτι που εγώ αγαπούσα πολύ. Κάτι που φοβάμαι πως ισχύει μέχρι και σήμερα. Μισούσαν τον κινηματογράφο. Ακόμα και αν δεν τον μισούσαν, τον αντιμετώπιζαν σαν να μην υπήρχε καθώς δεν σου δίδασκαν τίποτα για αυτόν. Αν αυτό συμβαίνει μέχρι σήμερα είναι τραγικό… Εκείνο που μου έδωσε η σχολή ήταν η ατμόσφαιρα για κάτι που εγώ ήθελα να κάνω. Στην πράξη, λίγοι ήταν οι άνθρωποι από τους οποίους πήρα πολλά πράγματα και αυτό επειδή εγώ είχα ορθάνοικτες τις κεραίες μου. Από την ίδια τη σχολή δεν εισέπραξα κάτι το ιδιαίτερο. Τελειώνοντας την μάλιστα, σκέφτηκα πως για να μπορέσει να παίξει κανείς πρέπει να ξεχάσει ό,τι είχε μάθει. Επειδή δεν θέλω να ακούγομαι απόλυτος, ήταν μια πολύ καλή σχολή, αλλά με εξαιρετικά ακαδημαϊκό ύφους. Είχε μια απόσταση από τα δεδομένα της εποχής και κυρίως τα πιο πρωτοποριακά. Βέβαια αυτό ίσως και να ήταν σωστό, υπό την έννοια πως πρώτα πρέπει να μάθεις τα βασικά πράγματα και μετά να αρχίσεις να πειραματίζεσαι. Όταν όμως είσαι νέος και απορριπτικός, βιάζεσαι… Όλοι μας έχουμε να χαιρόμαστε για κάποιους ανθρώπους που γνωρίσαμε στη ζωή μας ή στη δουλειά μας. Καθοριστικό ρόλο στη δική μου ζωή έπαιξε η σχέση που είχα με τον Τάσο Λιγνάδη, διευθυντή της σχολής ο οποίος μου άνοιξε πάρα πολλούς δρόμους.

Εκείνη την περίοδο ήσασταν μια χούφτα ηθοποιοί. Σήμερα πόσο εύκολο είναι για έναν νέο ηθοποιό να ξεχωρίσει ανάμεσα σε εκατοντάδες αν όχι χιλιάδες ηθοποιούς που υπάρχουν στην Ελλάδα.
Αν τα θέλεις, πολύ, το αγαπάς πολύ υπάρχουν πολλές πιθανότητες να αγγίξεις τα όνειρο σου. Εξαρτάται εσύ τι θέλεις. Είτε είσαι ανάμεσα σε 10 είτε ανάμεσα σε 1000 αν το έχει θα ξεχωρίσεις.

Έχεις σκεφτεί τι άλλο θα μπορούσες να έχεις κάνει στη ζωή σου αν δεν είχες γίνει ηθοποιός;
Ναι, είχα πειραματιστεί μάλιστα σε αυτό. Επειδή είχα δουλέψει σε πάρα πολλές δουλειές, εκείνο που με συγκινούσε πολύ, ήταν η γεωπονική. Είχα αποφασίσει να δώσω και εξετάσεις. Αν δεν είχα γίνει γεωπόνος για να ασχοληθώ με τη φύση και τα δέντρα που τα αγαπάω πάρα πολύ μέχρι και σήμερα, θα γινόμουν ξυλουργός. Μου αρέσει πάρα πολύ η μυρουδιά του ξύλου.

Στο μυαλό μου ξέρεις ως τι σε φαντάζομαι;
Ως τι;

Ως ναυτικό.
Δεν έπεσες πολύ έξω. Με ενθουσίαζε. Ήταν τότε η περίοδος του Καββαδία. Βέβαια, το επάγγελμα του ναυτικού από μόνο του έχει μια ποιητική χροιά λόγω του ταξιδιού και της θάλασσας.  Πέραν αυτού ζούσα και στον Πειραιά, ο οποίος σου έδινε και σου δίνει την αίσθηση πως φεύγεις, ενώ δεν φεύγεις…  Το είχα σκεφτεί, αλλά με φρέναρε το πίσω μέρος της σκληρής αυτής δουλειάς, ο εγκλεισμός για μέρες, μήνες σε ένα καράβι. Είχα σκεφτεί ακόμα και το επάγγελμα του ναυπηγού. Αλλά με 9 στα μαθηματικά ούτε καντηλανάφτης δεν γίνεσαι(γέλια).

Έχεις σκεφτεί ποτέ να τα παρατήσεις και να κάνεις ταξίδια ή κάτι άλλο;
Φυσικά. Το έχω κάνει άλλωστε και μάλιστα σε μια περίοδο της ζωής μου που η καριέρα μου πήγαινε πολύ καλά. Δεν έχω τέτοια θέματα. Είμαι σε μια φάση που έχω πεθυμήσει πολύ τα ταξίδια.

Πού θέλεις να πας;
Στη Μαδαγασκάρη και σε κάποια κράτη της Λατινικής Αμερικής.

Το χιούμορ από πού το κληρονόμησες;
Από τον πατέρα μου. Εκείνος είχε καυστικό.

Οι σχέσεις σου με το Θεό πως είναι;
Πολύ καλές. Δυστυχώς περάσαμε από περιόδους που εξαιτίας μιας ιδεοληψία μας έκαναν να ντρεπόμαστε να κάνουμε το σταυρό μας. Με το Θεό η σχέση μου και με ό,τι μπορεί να θεωρηθεί Θείο είναι άριστη. Αντίθετα και χωρίς να θέλω να απαξιώσω την Εκκλησία στο σύνολο της, ένα πολύ μεγάλο μέρος των πράξεων της με ενοχλούν. Θεωρώ πως δεν δείχνει την ανάλογη και ενδεδειγμένη στάση μπροστά στον ανθρώπινο πόνο.

Σου έχει συμβεί ποτέ να παίζεις στο θέατρο με μια γυναίκα που να σου άρεσε πολύ και η προσμονή πως το βράδυ θα τη συναντήσεις επί σκηνής να λειτουργούσε μέσα σου με μια μορφή ντοπαρίσματος;
Ναι και ήταν πολύ όμορφο. Δεν έχει σημασία αν είχε ευτυχή κατάληξη, αλλά σίγουρα η αίσθηση υπήρξε πολύ όμορφη.

Έχεις ακούσει ποτέ κάποια κριτική από κάποιον μη ειδικό του χώρου σου που τη θυμάσαι;
Μια φορά μου είχε πει ένας φίλος γεωργός σε ένα καφενείο που καθόμασταν: «ρε Τάκη εσείς οι καλλιτέχνες όταν μιλάτε είστε πολύ βαρετοί. Προσπαθείτε να εξηγείστε το έργο σας και τα κάνετε μαντάρα. Δεν υπάρχει πιο βαρετό από το να ακούς έναν καλλιτέχνη να προσπαθεί να εξηγήσει τα έργο του».

Περισσότερο αγαπάς τη μέρα ή τη νύχτα;
Τη νύχτα. Όμορφη είναι και η μέρα αλλά η νύχτα σε εμένα έχει άλλη δυναμική.

Πως σου αρέσει να περνάς τις νύχτες σου ή και τις μέρες σου;
Να γράφω τα δικά μου σενάρια, να κάθομαι με πολύ αγαπητούς μου ανθρώπους να πίνω τον καφέ μου ή τα ποτό μου, να κουβεντιάζουμε, να κάνουμε πλάκα. Αυτό που ίσως δεν μπορεί να φανταστεί κάποιος σε εμένα είναι πως περπατάω πολύ. Το κάνω για να σκέφτομαι τα δικά μου πράγματα. Σκέψεις από τις οποίες στο τέλος κάτι γεννιέται.

Παρατηρείς τους ανθρώπους στο δρόμο;
Ναι. Σε σημείο παρεξήγησης. Μπορώ να αφουγκράζομαι από τους δικούς μου ανθρώπους πράγματα. Χωρίς να το έχουν αντιληφθεί, έχουν παίξει πολύ μεγάλο ρόλο στις υποκριτικές μου ικανότητες.

Πως βλέπεις σήμερα τος ανθρώπους;
Μελαγχολικούς και πολύ σκυθρωπούς. Βαδίζουν πολύ βιαστικά κοιτάζοντας κάτω. Μια άλλη κατηγορία ανθρώπων είναι οι καλωδιωμένοι που περπατούν και μιλούν δυνατά στο τηλέφωνο. Μου έχει δημιουργηθεί η αίσθηση πως αυτή η τεχνολογία δεν μας έκανε καλύτερους.

Επειδή μίλησες για καλωδιωμένους, πως αντιμετωπίζεις το ζήτημα των κινητών στη διάρκεια των παραστάσεων. 
Σε μια παράσταση χτυπούσε ένα κινητό με διαφορετικούς ήχους κλήσης. Τη μια χτυπούσε ως πρόβατο, την άλλη ως γάιδαρος, την άλλη ως κατσίκα. Υπήρχε λοιπόν μια σκηνή στην οποία ως ήρωας έσφαζα γουρούνια. Οπότε αναρωτήθηκα δυνατά: «ρε παιδιά σίγουρα σφάζω γουρούνια»; Είναι οδυνηρό. Χάνεις τη συγκέντρωση σου.

Ένα άλλο κεφάλαιο της ζωής σου είναι ο κινηματογράφος.
Όχι απλώς κεφάλαιο. Η ζωή μου. Αν γύριζα το χρόνο πίσω δεν θα ήθελα να έχω μείνει εδώ. Όχι γιατί μισώ τη χώρα μου, αλλά επειδή είναι επαρχία και στο χώρο μας γίνονται πάρα πολύ λίγα πράματα που πραγματικά έχουν ενδιαφέρον. Ανεξάρτητα με το να θα τα κατάφερνα, θα ήθελα να είχα να είχα φύγει. Και ως σκηνοθέτης και ως ηθοποιός.

Ποιοι ξένοι ηθοποιοί ή σκηνοθέτες  σου αρέσουν;
Ο Αλ Πατσίνο,  ο Ντάνιελ Ντέι-Λιούις και από ωραίες γυναίκες η Άβα Γκάρντνερ. Μου αρέσει ο ανεξάρτητος αμερικάνικος κινηματογράφος και ο Κασαβέτης. Νομίζω πως η παιδεία μου γύρω από εκεί περιστρέφεται. Φυσικά και στην Ευρώπη υπήρξαν κινήματα και σχολές που μου άρεσαν. Για παράδειγμα ο παλιός ιταλικός κινηματογράφος και ο ιταλικός νεορεαλισμός έπαιξαν επίσης μεγάλο ρόλο σε εμένα. Αγαπούσα και εξακολουθώ να αγαπώ τον Φελίνι.

Αν έπρεπε να βάλεις έναν τίτλο στη ζωή σου ή να μου δείξεις έναν πίνακα ζωγραφικής με τον οποίον ο βίος σου ταιριάζει, τι θα μου έλεγες;
Η ζωή μου θυμίζει πολύ πίνακες του Βαν Γγκογκ. Τώρα για τίτλο. Όταν είμαστε νέοι λέγαμε: «τζαζ, αλκοόλ, γυναίκες, επανάσταση». Αν αφαιρέσουμε την επανάσταση,  κάπου εκεί εξακολουθώ να κινούμαι.

Οι κόρες σου σε έχουν δει στο θέατρο;
Ναι.

Σε αγχώνει η παρουσία τους;
Το αντίθετο. Εκείνες αγχώνονται πολύ. Η μικρή μάλιστα μου αποκάλυψε πως αγχώνεται μήπως κάνω κάποιο λάθος. Τώρα πατέρας τους είμαι, οπότε καλά λόγια μου λένε μετά.

Θα μας μιλήσεις για τους συντελεστές του «Άγριου Σπόρου», ο οποίος επιστρέφει για τρίτη χρονιά.
Ο Ηλίας Βαλάσης είναι στο ρόλο του αστυνομικού και η Χριστίνα Μαριάνου στο ρόλο της κόρης μου και εγώ στο ρόλο του Σταύρου. Η σκηνοθεσία της Ελένης Σκότη. Το έργο είναι του Γιάννη Τσίρου, τον οποίον θεωρώ έναν εξαιρετικό συγγραφέα, από τος πιο σημαντικούς της γενιάς του, που ακόμα έχει πολλά να δώσει. Το αγάπησα πολύ αυτό το έργο το οποίο πρακτικά ήταν και αυτό που με «έφερε πίσω στο θέατρο» με δεδομένο πως εγώ δεν έχω παίξει πολύ θέατρο.

Γιατί αυτό;
Επειδή δεν μπορώ να παίζω κάθε βράδυ το ίδιο έργο χωρίς να το αγαπάω πολύ. Τον «Άγριο Σπόρο»  τον αγάπησα και τον αγαπώ και είμαι πραγματικά πολύ χαρούμενος που επιστρέφω σε αυτό, επειδή πέρυσι αναγκάστηκα και το άφησα στη μέση. Ως άνθρωπος έχω ως αρχή να μην αφήνω τίποτα ανολοκλήρωτο. Θέλω όλα να τα τελειώνω.

Πρόκειται για μια μαύρη κωμωδία, σωστά;
Μπορούμε να το αποκαλέσουμε και μαύρη κωμωδία. Σε πρώτη ανάγνωση φαντάζει ένα εύκολο έργο. Αυτή ακριβώς η ευκολία του, είναι και η παγίδα του. Δεν είναι εύκολο.  Με αφορμή την κρίση αφηγείται πράγμα που συμβαίνουν σε αυτό τον τόπο εδώ και πάρα πολλά χρόνια. Σαν φιλοσοφία, σαν νοοτροπία, ως στάση ζωής. Δεν υπάρχει μια κάθαρση που να δείχνει τον καλό και τον κακό πρωταγωνιστή. Έχει σύνθετους χαρακτήρες. Ο άνθρωπος δεν είναι ένα πράγμα, αλλά πολλά. Έχουμε να κάνουμε με αδύναμους ανθρώπους όπου ο καθένας από την πλευρά του μπορεί να έχει δίκιο. Ο λανθασμένος για παράδειγμα τρόπος αντίληψης για το πώς πρέπει να ζούμε.  Και ποιος άραγε είναι αυτός που κρίνει ποιος είναι ο σωστός. Ό,τι και αν γίνεται στους χαρακτήρες του έργου, δεν γίνεται με σκοπό να πλουτίσουν, αλλά με σκοπό να επιβιώσουν. Μπορεί ένας αδύναμος άνθρωπος να θεωρηθεί λαμόγιο επειδή αγωνίζεται για να βγάλει τη μέρα του και να επιβιώσει μέσα σε μια κατάσταση με κανόνες που ουδείς τους ορίζει; Αυτό δεν σημαίνει πως παραγράφονται οι προσωπικές ευθύνες. Όπως και στην πολιτική. Έχουμε αυτούς που μας αξίζουν.

Έχεις άλλα καλλιτεχνικά σχέδια;
Έχω στρωθεί σε ένα νέο σενάριο, έχουν βρεθεί και κάποιο άνθρωποι να τα χρηματοδοτήσουν. Μέχρι τα Χριστούγεννα θα έχει τελειώσει το σενάριο. Μετά θέλω να ελπίζω πως το φιλμ θα πάρει το δρόμο του.

 

Info: Άγριος Σπόρος. Θέατρο Επί Κολωνώ

Από Πέμπτη έως Σάββατο στις 21.15 Κυριακές στις 19.30

 

 

 

 

Share This