Ο δολοφόνος της Δώρας Ζέρμπερη και η παραβατικότητα στα νεκροταφεία – Major

Ο δολοφόνος της Δώρας Ζέρμπερη και η παραβατικότητα στα νεκροταφεία

Ο δολοφόνος της Δώρας Ζέρμπερη και η παραβατικότητα στα νεκροταφεία

Στα χέρια της αστυνομίας βρίσκεται εδώ και λίγες ώρες (7/11) ο δολοφόνος της Δώρας Ζέρμπερη. Πρόκειται για Έλληνα ο οποίος πούλησε το κινητό τηλέφωνο της 32χρονης στο κέντρο της Αθήνας. Θυμίζουμε ότι η 32χρονη Δώρα Ζέρμπερη βρέθηκε άγρια δολοφονημένη το απόγευμα της 18ης Οκτωβρίου στο Β’ Νεκροταφείο της Αθήνας όπου επισκέφθηκε το μνήμα φίλου της.

Το κίνητρο του δράστη όπως όλα δείχνουν μέχρι στιγμής ήταν η ληστεία. Μέρες πριν το Major.gr είχε κάνει ρεπορτάζ για την παραβατικότητα στα νεκροταφεία.

Ρεπορτάζ: η παραβατικότητα στα νεκροταφεία 

Οι έρευνες της Aστυνομίας γύρω από την άγρια δολοφονία της 32χρονης εφοριακού Δώρας Ζέμπερη, συνεχίζονται χωρίς οι Αρχές να αποκλείουν κανένα ενδεχόμενο. Τις πρώτες ώρες οι δηλώσεις του πατέρα για περιπτώσεις που είχε στο χαρτοφυλάκιό της η κόρη του και σχετίζονταν με τη λίστα Λαγκάρντ, είχαν πάει αλλού τη συζήτηση. Καθώς όμως η έρευνα συνεχίζεται και οι Αρχές δεν αποκλείουν ακόμη και τη ληστεία μετά φόνου, για αρκετούς παραμένει παράξενο πώς ένα τόσο βίαιο έγκλημα πραγματοποιήθηκε απόγευμα σε ένα νεκροταφείο μέσα στην πόλη. Κι όμως. Η παραβατικότητα στα νεκροταφεία δεν θα έπρεπε να μας παραξενεύει σημαντικά.

Κάπως έτσι πήραμε την απόφαση να περάσουμε τη μέρα στα νεκροταφεία. Στην πραγματικότητα θέλαμε να δούμε με τα ίδια μας τα μάτια, πόσο κινδυνεύει κανείς σε ένα νεκροταφείο από νωρίς το πρωί ως την ώρα που κλείνει. Πολλούς καφέδες και αμέτρητες μαρτυρίες μετά, καταλήξαμε ότι μέσα σε ένα νεκροταφείο μπορεί πράγματι να είσαι με το ένα πόδι στο λάκκο… Προσοχή. Όχι πως ισχυριζόμαστε πως κάτι τέτοιο συνέβη με την Δώρα Ζέμπερη. Σκοπός του ρεπορτάζ δεν είναι σαφέστατα αυτός.

Νεκροταφείο Σχιστού νωρίς το πρωί… Περνάμε με το αυτοκίνητο τη μεγάλη είσοδο. Κάτι σκυλιά γαβγίζουν βαριεστημένα, ενώ άλλα ακολουθούν τις ρόδες. Ένας τύπος σέρνει ένα καρότσι. Έχει μέσα φτυάρια, αξίνα, βαριοπούλα και άλλα σκαφτικά. Πάει για εκταφή. Είναι προφανές. Μας κοιτάζει παράξενα καθώς κινούμαστε αργά για να μην πατήσουμε κάποιο από τα αδέσποτα. «Τα ταΐζετε τίποτα ή κινδυνεύουμε;», τον ρωτάμε χαμογελαστά. «Έχουν δαγκώσει δυο τρεις, να προσέχετε», μας απαντά για να μας σβήσει το χαμόγελο σε μια στιγμή. Συνεχίζουμε προς τα μνήματα. Ψυχή στους μεγάλους διαδρόμους. Η έκπληξη είναι πάντα πιο μέσα…

Πίσω από παρατημένους επιβλητικούς τάφους, βλέπει κανείς παγκάκια και σακούλες με προσωπικά αντικείμενα αν όχι αστέγων, σίγουρα ανθρώπων που ζουν πολλές ώρες μέσα στο νεκροταφείο. Πιο κάτω συσκευασίες από τρόφιμα, γρήγορο φαγητό και καφέδες. Υπάρχει ζωή πίσω απ’ τα μνήματα και δεν πρέπει να είναι εύκολη. Οι μικροκλοπές των καντηλιών, των ανθοδοχείων και των φυτών δεν είναι τίποτα. Κανένας δεν θέλει να καταγγείλει επώνυμα στην Αστυνομία τι έχει δει, τι και από ποιους έχει ακούσει σχετικά με διακίνηση ναρκωτικών και άλλες μορφές παραβατικότητας.

Το νεκροταφείο του Σχιστού είναι μια τεράστια έκταση που εξυπηρετεί πολλούς Δήμους. Να το γυρίσεις όλο με τα πόδια είναι αδύνατον. Όπως αδύνατον είναι και να μην χαθείς. Ξεκινάμε την περιήγηση από χαμηλά. Όσο πιο κοντά στην κεντρική πύλη είσαι, τόσο περισσότερη ζωή. Γραφεία που αναλαμβάνουν να φτιάξουν μνήματα, καταστήματα με καντήλια, κορνίζες, κεριά αλλά και το κυλικείο ή η εκκλησία και τα γραφεία του νεκροταφείου που λειτουργούν από νωρίς, δίνουν μια αίσθηση ότι η μέρα έχει ξεκινήσει.

Στο βάθος μια γυναίκα με λαστιχένιες σαγιονάρες και κοντομάνικο παρά την ψύχρα, πλένει σχολαστικά ένα μνήμα υπερπαραγωγή. «Από τι ώρα είστε εδώ;», την ρωτάμε. «Περίπου ένα τέταρτο. Έχω άλλα δύο και τελείωσα από εδώ», μας απαντά για να μας δώσει να καταλάβουμε ότι πληρώνεται για να περιποιείται τα μνήματα. «Άρα έχετε καθημερινότητα εδώ μέσα», την ρωτάμε προσπαθώντας να ανοίξουμε τη συζήτηση. «Είναι η δουλειά μου», απαντά. Είναι αλλοδαπή καταλαβαίνουμε από την προφορά της. Όχι μεγαλύτερη από 45 ετών και αρκετά κουρασμένη. «Εσείς τι κάνετε εδώ τέτοια ώρα;», μας ρωτά πριν προλάβουμε την επόμενη ερώτηση. «Επίσκεψη», της απαντάμε. «Αν και μάλλον δεν είναι ό,τι πιο σοφό με όλα αυτά που ακούμε, ε;»… «Ναι! Είδατε; Πέντε η ώρα έχει ακόμα φως», μας απαντά με ύφος που προδίδει την αγωνία της. «Μα δεν έχουν πολλή κίνηση τα νεκροταφεία τέτοια ώρα;», την ρωτάμε. «Κοιτάξτε γύρω σας», λέει. «Αν εγώ μαχαιρώσω αυτή τη στιγμή έναν από εσάς, κανένας δεν θα το καταλάβει»… Όχι πως είχε άδικο. «Εσύ φοβάσαι; Αισθάνεσαι κίνδυνο στο νεκροταφείο γενικότερα ή μόνο από προχθές που άκουσες για τη δολοφονία;», της ζητάμε να μας πει. «Και βέβαια αισθάνομαι φόβο και κίνδυνο. Όχι τόσο σε αυτό το νεκροταφείο αφού είναι πάνω στο βουνό, όσο στο άλλο στη Νίκαια –εννοεί το Γ’ Νεκροταφείο-που πηγαίνω και σ’ αυτό κάθε μέρα». Βλέπει στο ύφος μας ότι παραξενευόμαστε. Πώς είναι δυνατόν να αισθάνεσαι πιο ασφαλής σε ένα απομονωμένο νεκροταφείο όπως αυτό που βρίσκεται πάνω στο βουνό και όχι στο άλλο που είναι μέσα στην πόλη; «Και εδώ έχει ακουστεί ότι έχουν κλέψει τσάντες με τα μηχανάκια, αλλά στο άλλο γίνεται χαμός. Πρεζόνια, γύφτοι και ό,τι μπορείς να φανταστείς. Υπάρχουν αυτοί που κοιμούνται μέσα και τους ξέρει το προσωπικό. Αυτοί το πολύ να κάνουν μικροκλοπές. Όχι τσάντες. Κανένα βάζο, κανένα καντήλι. Είναι όμως και οι συμμορίες που γυρίζουν τα νεκροταφεία για πιο χοντρά πράγματα, όπως να στριμώξουν γυναίκες για να τους κλέψουν τις τσάντες. Εδώ δεν έχουν πρόσβαση εύκολα. Πώς να έρθουν; Αν κάνουν κάτι χοντρό και τους πάρουν είδηση, μέχρι να κατέβουν στο δρόμο μπορεί να τους πιάσουν. Ενώ εκεί πηδάνε τη μάντρα και χάνονται μέσα στα αυτοκίνητα». Την παρακολουθούμε να τα περιγράφει όλα αυτά πολύ κανονικά και αισθάνομαστε αμηχανία. «Έχεις παιδιά;», την ρωτάμε. «Δύο. Τώρα είναι στο σχολείο», απαντά. Στραγγίζει το σφουγγάρι δυνατά με τα δάχτυλά της και φεύγει για το επόμενο μνήμα.

Κοιτάζουμε γύρω και δεν βλέπουμε κανέναν. Κατευθυνόμαστε προς το αυτοκίνητο. Μαυροφορεμένοι έξω από την εκκλησία. Κάποια κηδεία είναι σε εξέλιξη. Μπαίνουμε στο αμάξι για να πάμε πιο μέσα στο νεκροταφείο. Κοντά στο χωνευτήριο εντοπίζουμε δυο μεγάλης ηλικίας γυναίκες πάνω από ένα μνήμα. Ανάβουν το καντήλι και ψάχνουν για παπά. Μας ρωτούν αν είδαμε κανέναν καθώς ανεβαίναμε. Απαντάμε πως όχι. «Ε, τέτοια ώρα που δεν έχει κόσμο τρέχα γύρευε», σχολιάζει η μια. «Συνήθως τι ώρα έχει κόσμο;» ρωτάμε εμείς. «Παλιά τα νεκροταφεία είχαν όλες τις ώρες κίνηση γιατί ο κόσμος καθάριζε μόνος του τα μνήματα και άναβε τα καντήλια. Σήμερα είναι ευκολία να το αναθέτεις με αμοιβή στα γραφεία και να έρχεσαι όποτε μπορείς», απαντά. «Το καλοκαίρι έχει κάποια κίνηση και τέτοια ώρα γιατί ο άλλος θέλει να προλάβει μην πιάσει ζέστη… Όσο χειμωνιάζει αγριεύει το πράγμα», συνεχίζει. «Είναι πιο επικίνδυνα;», την ρωτάμε. «Μόνο από τους πεθαμένους δεν κινδυνεύεις», πετάγεται η άλλη. «Και βέβαια είναι. Δύο φορές μου έχουν κλέψει την τσάντα. Την δεύτερη μάλιστα την φορούσα χιαστί. Μου έσπασαν τον ώμο τραβώντας την απ’ το λουρί. Έγινε καπνός αυτός με το μηχανάκι. Γι΄αυτό ερχόμαστε δυο δυο», μας λέει καθώς ανάβει το θυμιατό.

Επόμενη στάση το Γ’ Νεκροταφείο. Περισσότερη κίνηση, περισσότερα αυτοκίνητα. Ίσως ήταν και η ώρα τέτοια. Οι κηδείες γίνονταν η μια μετά την άλλη. Δεν χρειάζεται να σας μεταφέρουμε πολλά από αυτά που ειπώθηκαν παρά μόνο την εικόνα. Όσο πιο πολύ απομακρύνεσαι από την είσοδο και από την εκκλησία ή το κυλικείο, τόσο πιο πολύ αντιλαμβάνεσαι ότι τα πάντα είναι πιθανό να συμβούν. Πίσω από παρατημένους επιβλητικούς τάφους, βλέπει κανείς παγκάκια και σακούλες με προσωπικά αντικείμενα αν όχι αστέγων, σίγουρα ανθρώπων που ζουν πολλές ώρες μέσα στο νεκροταφείο. Πιο κάτω συσκευασίες από τρόφιμα, γρήγορο φαγητό και καφέδες. Υπάρχει ζωή πίσω απ’ τα μνήματα και δεν πρέπει να είναι εύκολη. Οι μικροκλοπές των καντηλιών, των ανθοδοχείων και των φυτών δεν είναι τίποτα. Κανένας δεν θέλει να καταγγείλει επώνυμα στην Αστυνομία τι έχει δει, τι και από ποιους έχει ακούσει σχετικά με διακίνηση ναρκωτικών και άλλες μορφές παραβατικότητας. “Πού να μπλέκεις τώρα; Έχεις τον πόνο σου…” Στο νεκροταφείο πας για να επισκεφθείς τον άνθρωπό σου, όχι για να λύσεις ένα ακόμα από τα πολλά προβλήματα της πολιτείας. Μα και πόσο άδικο χώροι σαν αυτούς που δεν είναι παρά ο αναπόφευκτος τελικός προορισμός του καθενός από εμάς, να καταλήγουν κάπως έτσι…

Share This